
- Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΟΥΛΙΩΝΗ
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι το απόλυτο φαβορί για το χρίσμα του υποψηφίου του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στις προεδρικές εκλογές του 2024, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι το 60% των ψηφοφόρων του κόμματος υποστηρίζει την υποψηφιότητα Τραμπ έναντι των ανθυποψηφίων του.
Οι επιδόσεις των υπολοίπων υποψηφίων είναι απογοητευτικές. Τόσο ο κυβερνήτης της Φλόριντας, Ρον Ντε Σάντις, όσο και η πρέσβειρα των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Νικ Χέιλι, συγκεντρώνουν το 11% των προτιμήσεων των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.
Στις 15 Ιανουαρίου, θα πραγματοποιηθεί στην πολιτεία της Άϊοβα η πρώτη ψηφοφορία με τις δημοσκοπήσεις να αποτυπώνουν την παντοδυναμία του Τράμπ. Τα ποσοστά του είναι συντριπτικά, 58% έναντι 22% του Ντε Σάντις και 13% της Χέιλι, ενώ τα ίδια ποσοστά παίρνει και στην πολιτεία του Νιου Χάμσαϊρ στις εκλογές που πρόκειται να γίνουν στις 23 Ιανουαρίου. Η εκλογική διαδικασία για το χρίσμα θα διαρκέσει μέχρι την 4η Ιουνίου του 2024 και σχεδόν σε όλες τις πολιτείες, οι δημοσκοπήσεις που τρέχουν δεν αφήνουν αμφιβολία για το αποτέλεσμα.
Η διακυβέρνηση Μπάιντεν δεν μπόρεσε να συμφιλιώσει την αμερικανική κοινωνία, την οποία με τόση σφοδρότητα δίχασε ο Τραμπ. Κατά κάποιον τρόπο, ο Τραμπ άφησε μαγιά για την επόμενη προεδρική του θητεία και όπως έχει προειδοποιήσει, θα είναι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Η εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, δεν είναι απλά μια θλιβερή ανάμνηση, αλλά μια αποφράδα ημέρα για την αμερικανική δημοκρατία. Το Κογκρέσο δεν μπόρεσε να τον παραπέμψει σε δίκη με την κατηγορία του υποκινητή, ενώ το σκάνδαλο για χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας το 2016 από τη Ρωσία κατέρρευσε.
Η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων στην αμερικανική κοινωνία δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα από τον Μπάιντεν. Το τέρας του πληθωρισμού χτύπησε και την αμερικανική οικονομία, με το επιτόκιο δανεισμού να φθάνει στο 5,5% και το αμερικανικό χρέος να ανέρχεται στο ιστορικό υψηλό των 18 τρισ. δολαρίων. Πολλά από τα οικονομικά μέτρα του Τραμπ ο νυν πρόεδρος τα διατήρησε, όπως οι δασμοί στα κινεζικά προϊόντα, ενώ η επιδότηση με 370 δισ. δολάρια και οι φορολογικές ελαφρύνσεις στη μεταποιητική βιομηχανία βρήκαν ένθερμους υποστηρικτές στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Η τελευταία έκθεση όμως για τη φτώχεια στις ΗΠΑ που δημοσιεύθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου, δείχνει ότι το ποσοστό των Αμερικανών που έρχονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια έχει αυξηθεί, ενώ το ποσοστό φτώχειας μεταξύ των παιδιών έχει διπλασιαστεί.
Για όλα τα παραπάνω ο Τραμπ τρίβει τα χέρια του ικανοποιημένος, διότι βρίσκει μια μεγαλή δεξαμενή απογοητευμένων Αμερικανών που θα του δώσουν την εντολή για μια νέα προεδρική θητεία. Αρκετοί αναλυτές υπογραμμίζουν την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του Τραμπ, όσον αφορά τη ρητορική του για την εξωτερική πολτική, αλλά και την αντίληψή του για την διακυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας. Στην προεκλογική του ομιλία στις 16 Δεκεμβρίου, μίλησε εγκωμιαστικά για τον Πούτιν και τον Ορμπάν, ενώ χαρακτήρισε «ομήρους» τους κατηγορούμενους για την επίθεση στο Καπιτώλιο. Μίλησε κατά των μεταναστών, κατηγορώντας τους ότι «δηλητηρίασαν το αίμα της χώρας μας», θυμίζοντας το βιβλίο «Mein Kampf» του Χίτλερ, στο οποίο νουθετούσε τους Γερμανούς «να φροντίσουν για την καθαρότητα του αίματός τους», εξολοθρεύοντας τους Εβραίους.
Οι δημοκρατικοί θεσμοί στις ΗΠΑ διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο και το χειρότερο είναι ότι στα μάτια των περισσότερων Αμερικανών, είναι μια νομοτελειακή κατάσταση, ευρέως αποδεκτή. Οι θεσμοί που πρέπει να υφίστανται ώστε μια κοινωνία να μπορέσει να μετουσιώσει τον διακαή της πόθο για ελευθερία σε πολιτικό σύστημα με γερές βάσεις, απειλούνται από τον λαϊκισμό και τη ροπή προς τον αυταρχισμό.
Και εάν διδάσκει κάτι η μελέτη των δημοκρατικών μεταβάσεων και των πολιτικών εξελίξεων είναι ότι οι θεσμοί δημιουργούνται πολύ δύσκολα αλλά καταρρέουν πολύ εύκολα.
